Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Σαν σήμερα έπεσε η Πόλη...

«Εάλω η Πόλις» (η Πόλη κυριεύτηκε)
 Η Άλωση της Πόλης (Πίνακας
του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, 1930)

Ο τελευταίος διάλογος Μωάμεθ Β΄ και Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

  ΜΩΑΜΕΘ: Άφησε μου την Πόλη, πριν πάθει μεγάλο κακό, και φύγε ειρηνικά με όλους τους άρχοντες και τα υπάρχοντά σας. Πήγαινε να κυβερνήσεις το Μοριά και στους αδελφούς σου εγώ θα δώσω άλλες επαρχίες. Και θα παραμείνουμε φίλοι. Όσοι θελήσουν να μείνουν στην Πόλη, κανείς δε θα πάθει κακό από κανέναν.
  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Το να σου παραδώσω την Πόλη δεν είναι έργο δικό μου ούτε κανενός άλλου από όσους κατοικούμε σ’ αυτή. Κοινή απόφασή μας είναι πεθάνουμε και να μη λυπηθούμε τη ζωή μας. Αν όμως λύσεις την πολιορκία και αποχωρήσεις, δεχόμαστε να σου καταβάλλουμε ετήσιο φόρο, και πάνω από τις δυνάμεις μας. Και άλλα θέματα να συζητήσουμε, εάν αποδεχθείς ειρήνη.
  ΜΩΑΜΕΘ: Δεν είναι δυνατό σε μένα ν’ αποχωρήσω. Ή παίρνω τώρα την Πόλη ή με παίρνει αυτή, ζωντανό ή νεκρό.

Δούκας (ιστορικός της Άλωσης)
Οι τελευταίες ώρες της Πόλης.

  «...Στο μεταξύ σκαρφάλωσαν στο κάστρο ένα σμάρι Τούρκοι και πηδήσανε στην τάπια*. Η καστρόπορτα άνοιξε και η μερμηγκιά χίμηξε μέσα με φοβερή οχλοβοή. Εκείνη την ώρα ακούστηκε μια σπαραχτική φωνή: «Η Πόλις εάλω!», «Η Πόλη πάρθηκε!».
  Ο βασιλέας κέντησε τ’ άλογο του κι έδραμε* κατά το μέρος που γινότανε ο θρήνος. Μα το τουρκομάνι φούσκωνε κι έσπρωχνε μπροστά τους λιγοστούς χριστιανούς. Τότες ο Κωνσταντίνος έπεσε μέσα στο πλήθος, με το σπαθί στο χέρι, κι έτρεχε σαν ποταμός το αίμα από τα χέρια και τα ποδάρια του. Πλάι του πολεμήσανε και σκοτωθήκανε ο Φραγκίσκος Τολέδος, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Γιάννης Δαλμάτης και άλλοι χριστιανοί στρατιώτες. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του και ο μάρτυρας βασιλιάς, κράζοντας με δάκρυα:
   «Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει την κεφαλή μου!».

*τάπια: επάλξεις, η κορυφή του τείχους.
*έδραμε: έτρεξε γρήγορα
Φ. Κόντογλου

Ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά

Όταν ήλθε η ώρα η Πόλη να τουρκέψει και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλα στ΄ άλογό του να τους εμποδίσει. Ήταν πλήθος αμέτρητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ΄ άλογό του κι έπεσε κι αυτός.
Κι εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί να χτυπήσει το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και περιμένει την ώρα να ΄ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει.
Οι Τούρκοι το ξέρουν καλά αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς γι΄ αυτό έχτισαν την πόρτα που ξέρουν πως απ΄ αυτή θα μπει ο βασιλιάς να τους πάρει πίσω την Πόλη. Μα, όταν είναι θέλημα Θεού, θα κατέβει ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει και θα του δώσει στο χέρι το σπαθί του που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα κα, κυνηγώντας με το στρατό του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήσει το μοσκάρι στο αίμα.

Ν. Πολίτη
Γιατί πουλι ‘μ δεν κελαηδείς;


- Γιατί πουλι ‘μ δεν κελαηδείς
πως κελαηδούσες πρώτα ;
- Για πώς μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου.
με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας
Μας πήρανε την Πόλη μας και την Αγιά-Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά…”
(θρήνος για την Αλωση)



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...